bundle up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]| ενεστώτας | bundle up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | bundles up |
| αόριστος | bundled up |
| παθητική μετοχή | bundled up |
| ενεργητική μετοχή | bundling up |
bundle up (en)
- (μεταβατικό) δεματιάζω/δεματίζω, μαζεύω κάτι σε δέμα, κάνω δεμάτια
They are bundling up wood for the winter.
- Δεματιάζουν/Δεματίζουν τα ξύλα για τον χειμώνα.
He bundled the dirty clothes up and stuffed them into the bag.
- Μάζεψε τα βρώμικα ρούχα σε ένα δέμα και τα έχωσε στην τσάντα.
- ≈ συνώνυμα: bundle together
- (μεταβατικό και αμετάβατο) τυλίγω κάποιον με κουβέρτα, χοντρά ρούχα, κτλ., ντύνομαι ζεστά
I bundled her up in a blanket and gave her a hot drink.
- Την τύλιξα με μια κουβέρτα και της έδωσα ένα ζεστό ρόφημα.
You need to bundle up before going outside so you don’t catch a cold.
- Πρέπει να ντυθείς ζεστά πριν βγεις έξω για να μην κρυολογήσεις.