Μετάβαση στο περιεχόμενο

bundle up

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
bundle up <  δείτε τις λέξεις bundle και up
ενεστώτας bundle up
γ΄ ενικό ενεστώτα bundles up
αόριστος bundled up
παθητική μετοχή bundled up
ενεργητική μετοχή bundling up

bundle up (en)

  1. (μεταβατικό) δεματιάζω/δεματίζω, μαζεύω κάτι σε δέμα, κάνω δεμάτια
    παράδειγμα  They are bundling up wood for the winter.
    Δεματιάζουν/Δεματίζουν τα ξύλα για τον χειμώνα.
    παράδειγμα  He bundled the dirty clothes up and stuffed them into the bag.
    Μάζεψε τα βρώμικα ρούχα σε ένα δέμα και τα έχωσε στην τσάντα.
     συνώνυμα: bundle together
  2. (μεταβατικό και αμετάβατο) τυλίγω κάποιον με κουβέρτα, χοντρά ρούχα, κτλ., ντύνομαι ζεστά
    παράδειγμα  I bundled her up in a blanket and gave her a hot drink.
    Την τύλιξα με μια κουβέρτα και της έδωσα ένα ζεστό ρόφημα.
    παράδειγμα  You need to bundle up before going outside so you don’t catch a cold.
    Πρέπει να ντυθείς ζεστά πριν βγεις έξω για να μην κρυολογήσεις.