buoyant

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Επίθετο[επεξεργασία]

buoyant (en)

  1. ανωστικός
    • επιπλέων, αυτός που έχει την ικανότητα να επιπλέει
  2. καλοδιάθετος, ζωντανός

Συνώνυμα[επεξεργασία]