buraco

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
buraco buracos

buraco (pt) αρσενικό

  1. η τρύπα
  2. (αθλητισμός) η τρύπα του γκολφ