Μετάβαση στο περιεχόμενο

bureau

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
bureau bureaus / bureaux

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bureau (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
ενικός πληθυντικός
bureau bureaux

bureau (fr) αρσενικό

Σύνθετα

[επεξεργασία]



Ολλανδικά (nl)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
 

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

bureau (nl) ουδέτερο