burst out

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

ενεστώτας burst out
γ΄ ενικό ενεστώτα bursts out
αόριστος burst out
παθητική μετοχή burst out
ενεργητική μετοχή bursting out

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δείτε τις λέξεις burst και out

Ρήμα[επεξεργασία]

burst out (en)

  1. εμφανίζομαι ξαφνικά, ξεπετιέμαι
  2. (για ψυχολογική κατάσταση) ξεσπάω