buse

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
buse buses

buse (fr) θηλυκό

  1. είδος γερακιού
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bondrée
  2. (μεταφορικά, οικείο) χαζός, ανόητος
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bête
  3. σωλήνας
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: conduit, tuyau


Εσπεράντο (eo) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

buse < bus- + -e

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

buse (eo)


Τουρκικά (tr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

buse (tr)