Μετάβαση στο περιεχόμενο

busy

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
παραθετικά
θετικός busy
συγκριτικός busier
υπερθετικός busiest

Επίθετο

[επεξεργασία]

busy (en)

  1. απασχολημένος, ίσως δεν είμαι ελεύθερος να κάνω κάτι άλλο επειδή δουλεύω σε κάτι· δραστήριος, ασχολούμαι με κάτι, απασχολώ, φτιάχνω, έχω πολλά να κάνω
    παράδειγμα  The manager is busy, can you call back later?
    Ο διευθυντής είναι απασχολημένος, μπορείτε να τηλεφωνήστε αργότερα;
    παράδειγμα  He is really busy at work and always has new projects.
    Είναι πολύ δραστήριος στη δουλειά του και πάντα έχει νέα έργα.
    παράδειγμα  What do you keep busy with all day?
    Με τι ασχολείσαι όλη την ημέρα;
    παράδειγμα  This dictionary will keep me busy for 5 years.
    Αυτό το λεξικό θα με απασχολήσει 5 χρόνια.
    παράδειγμα  What are you keeping busy with now that you’re in retirement?/How are you staying busy now that you’re retired?
    Τι φτιάχνεις τώρα που πήρες σύνταξη;
  2. απασχολημένος, ασχολούμαι με κάτι, απασχολώ, φτιάχνω, δίνω όλη μου την προσοχή και την προσπάθεια σε μια συγκεκριμένη δραστηριότητα
    παράδειγμα  She is busy with the children.
    Είναι απασχολημένη με τα παιδιά.
    παράδειγμα  He is busy studying for tomorrow’s lessons.
    Ασχολείται με τη μελέτη των αυριανών μαθημάτων.
    παράδειγμα  This conference kept me busy all morning.
    Αυτή η σύσκεψη με απασχόλησε όλο το πρωινό.
    παράδειγμα  I’m always busy with one thing or another.
    Όλο και κάτι φτιάχνω.
  3. γεμάτος, δραστήριος, μια χρονική περίοδος γεμάτη δουλειά και δραστηριότητα
    παράδειγμα  My whole day is busy.
    Όλη η μέρα μου είναι γεμάτη.
    παράδειγμα  She has a busy lifestyle, full of sports and social events.
    Έχει έναν δραστήριο τρόπο ζωής, γεμάτο αθλήματα και κοινωνικές εκδηλώσεις.
  4. πολυσύχναστος, γεμάτος, δραστήριος, ένα μέρος γεμάτο κόσμο, δραστηριότητα, οχήματα κτλ.
    παράδειγμα  a busy street - πολυσύχναστος δρόμος
    παράδειγμα  I live near one of the busiest airports in the world.
    Μένω κοντά σε ένα από τα πιο πολυσύχναστα αεροδρόμια του κόσμου.
    παράδειγμα  The restaurant was busy (with people) on Saturday.
    Το εστιατόριο ήταν γεμάτο κόσμο το Σάββατο.
    παράδειγμα  The city is busy with markets and festivals.
    Η πόλη είναι δραστήρια με αγορές και φεστιβάλ.

Συνώνυμα

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη active