butoir
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- butoir < buter
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| butoir | butoirs |
butoir (fr) αρσενικό
- εργαλείο που ξύνει το δέρμα
- εξάρτημα πάνω στο οποίο σταματά η διαδρομή άλλου εξαρτήματος ή κάποιου μηχανήματος
Εκφράσεις
[επεξεργασία]- date butoir: χρονικό όριο