Μετάβαση στο περιεχόμενο

buy off

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας buy off
γ΄ ενικό ενεστώτα buys off
αόριστος bought off
παθητική μετοχή bought off
ενεργητική μετοχή buying off

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
buy off <  δείτε τις λέξεις buy και off

buy off (en)

  • εξαγοράζω, δωροδοκώ κάποιον για να τον εμποδίσω να κάνει κάτι που δεν θέλω να κάνει
    παράδειγμα  They bought him off so he wouldn’t speak.
    Τον εξαγοράσαν για να μη μιλήσει.
     συνώνυμα:  δείτε τη λέξη bribe