buy out
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | buy out |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | buys out |
| αόριστος | bought out |
| παθητική μετοχή | bought out |
| ενεργητική μετοχή | buying out |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]buy out (en)
- εξαγοράζω, αποκτώ κυριότητα σε κάτι
He became the sole owner of the business by buying out his partner's share.
- Έγινε μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης εξαγοράζοντας το μερίδιο του συνεταίρου του.