Μετάβαση στο περιεχόμενο

buy out

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
ενεστώτας buy out
γ΄ ενικό ενεστώτα buys out
αόριστος bought out
παθητική μετοχή bought out
ενεργητική μετοχή buying out

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
buy out <  δείτε τις λέξεις buy και out

buy out (en)

  • εξαγοράζω, αποκτώ κυριότητα σε κάτι
    παράδειγμα  He became the sole owner of the business by buying out his partner's share.
    Έγινε μοναδικός ιδιοκτήτης της επιχείρησης εξαγοράζοντας το μερίδιο του συνεταίρου του.