Μετάβαση στο περιεχόμενο

buzzword

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

buzzword (en)

  • λέξη του συρμού
    • λέξη κλειδί, λέξη της εποχής, κυβερνολέξη (μοδάτη λέξη του κυβερνοχώρου-internet)