była

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈbɨwa/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

była (pl) θηλυκό

  1. η πρώην

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

była (pl)

  1. θηλυκό του były

Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

była (pl)

  1. θηλυκό του γ' ενικού παρελθόντος χρόνου του ρήματος być