by word of mouth
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Έκφραση
[επεξεργασία]by word of mouth (en)
- (ιδιωματισμός) προφορικά
- → The news spread by word of mouth.
- Τα νέα διαδόθηκαν προφορικά.
- → The news spread by word of mouth.