byzantin
Εμφάνιση
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| γένος | ενικός | πληθυντικός |
|---|---|---|
| αρσενικό | byzantin | byzantins |
| θηλυκό | byzantine | byzantines |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- byzantin < υστερολατινική Byzantinus < Byzantium < ελληνιστική κοινή Βυζάντιον
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: βυζαντινός
Προφορά
[επεξεργασία]
Επίθετο
[επεξεργασία]byzantin (fr) αρσενικό (θηλυκό byzantine)
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- byzantin - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- byzantin - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé