bzdura

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Poland.svg Πολωνικά (pl) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική bzdura bzdury
γενική bzdury bzdur
δοτική bzdurze bzdurom
αιτιατική bzdurę bzdury
οργανική bzdurą bzdurami
τοπική bzdurze bzdurach
κλητική bzduro bzdury

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

bzdura (pl) θηλυκό

  1. η ανοησία, η βλακεία