caban

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.bɑ̃/

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
caban cabans

caban (fr) αρσενικό

  • κοντό μάλλινο παλτό με δύο σειρές κουμπιά· αρχικά φοριόταν μόνο από ναυτικούς