cachalot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
      ενικός         πληθυντικός  
cachalot cachalots

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cachalot (fr) αρσενικό