Μετάβαση στο περιεχόμενο

cachette

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cachette cachettes

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cachette (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]
  •  δείτε τη λέξη cacher