cachexie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

cachexie < λατινική cachexia (ιατρικός όρος) < αρχαία ελληνική καχεξία

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
cachexie cachexies

cachexie (fr) θηλυκό

  1. η καχεξία