caedo

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

caedo < πρωτοϊταλική *kaidō < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *keh₂id- / *kh₂eyd- (κόβω, λαξεύω)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈkae̯.doː/ (κλασική λατινική)
ΔΦΑ : /ˈt͡ʃɛː.do/ (εκκλησιαστική λατινική)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

caedo

  1. κόβω
  2. χτυπώ
  3. φονεύω, σκοτώνω
  4. κατανικώ

Nuvola apps noatun.png Αλλόγλωσσα παράγωγα[επεξεργασία]

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Open book icon.png Πηγές[επεξεργασία]

  • caedo στο ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.