cajole

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Ρήμα[επεξεργασία]

cajole (en)

  • καλοπιάνω με ανέντιμα τεχνάσματα, καλοπιάνω κάποιον να κάνει κάτι μόνο για δικό μου όφελος όμως του λέω ψευδώς ότι το όφελος θα είναι δικό του, καλοπιάνω μπινέδικα