Μετάβαση στο περιεχόμενο

calorie

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
calorie calories

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
calorie < (λόγιο δάνειο) γαλλική calorie < λατινική calor

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

calorie (en)



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
calorie calories

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
calorie < λατινική calor + fr
ΑΠΟΓΟΝΟΙ: νέα ελληνικά: καλορί

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.lɔ.ʁi/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

calorie (fr) θηλυκό

Συγγενικά

[επεξεργασία]