calorie
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| calorie | calories |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- calorie < (λόγιο δάνειο) γαλλική calorie < λατινική calor
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]calorie (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| calorie | calories |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- calorie < λατινική calor + fr
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ↴ νέα ελληνικά: καλορί
Προφορά
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]calorie (fr) θηλυκό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- calorie - Dictionnaire de français (Λεξικό της γαλλικής γλώσσας) - Larousse online
- calorie - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé
Κατηγορίες:
- Λόγια δάνεια από τα γαλλικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (αγγλικά)
- Προέλευση λέξεων από τα λατινικά (αγγλικά)
- Αγγλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (αγγλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αγγλικά)
- Λέξεις με ετυμολογικούς απογόνους (γαλλικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (γαλλικά)
- Γαλλική γλώσσα
- Ουσιαστικά (γαλλικά)
- Αντίστροφο λεξικό (γαλλικά)