calot

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
calot calots

calot (fr) αρσενικό

  1. το δίκωχο
  2. μεγάλη μπίλια
  3. (λαϊκότροπο) και (παρωχημένο) το μάτι