calvus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- calvus < (κληρονομημένο) πρωτοϊταλική *kalowos < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kl̥H- (φαλακρός)
- ΑΠΟΓΟΝΟΙ: ⇒ ιταλικά: calvo, ⇒ ισπανικά: calvo
Επίθετο
[επεξεργασία]calvus (la), -a, -um
Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- calvus - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.