canon
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| canon | canons |
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]canon (en)
Γαλλικά (fr)
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /caˈnõ/ ⓘ «un canon» (ένα κανόνι)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ca‐non
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ενικός | πληθυντικός |
| canon | canons |
canon (fr) αρσενικό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- canon - CNRTL (Centre National de Resources Textuelles et Lexicales, 2005) από το Trésor de la langue française informatisé