Μετάβαση στο περιεχόμενο

canon

Από Βικιλεξικό

Αγγλικά (en)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
canon canons

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

canon (en)

  1. (χριστιανισμός) τύπος του ιερέα
  2. (θρησκεία) κανόνας της Εκκλησίας



Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /caˈnõ/ «un canon» (ένα κανόνι)
τυπογραφικός συλλαβισμός: canon

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
canon canons

canon (fr) αρσενικό

  1. (οπλισμός) το κανόνι
  2. η κάννη ενός πιστολιού
  3. (θρησκεία) κανόνας της Εκκλησίας
  4. (οικείο) όμορφη κοπέλα
    παράδειγμα  Qui es ce canon ? - Ποια είναι αυτή η θεά;
     συνώνυμα: bombe

Συγγενικά

[επεξεργασία]