canonizatio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Λατινικά (la) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

canonizatio < Canon < canon < αρχαία ελληνική κανών

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

canonizatio

  1. (λέξη της εκκλησιαστικής λατινικής) ένταξη στον Κανόνα, στον κατάλογο των αγίων, αγιοποίηση

Κλίση[επεξεργασία]

αριθμός ενικός πληθυντικός
ονομαστική canonizatio canonizationēs
γενική canonizationis canonizationum
δοτική canonizationī canonizationibus
αιτιατική canonizationem canonizationēs
κλητική canonizatio canonizationēs
αφαιρετική canonizatione canonizationibus
(γ' κλίση)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • canonizatio στη Βικιπαίδεια Άρθρο στη Βικιπαίδεια (στα λατινικά)