capio

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Vexilloid of the Roman Empire.svg Λατινικά (la) []

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

capio < πρωτοϊταλικά *kapi- < ινδοευρωπαϊκή (ρίζα) *kh₂pi- (=λαμβάνω, παίρνω), συγγενές με το το (αρχαία ελληνική ) κάπτω, το (αγγλικά) have, heave και το (αλβανικά) kap

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[]

ΔΦΑ : /ˈka.pi.oː/

Open book 01.svg Ρήμα[]

capio (la) (capiō, cepī, captum, capere)

  1. λαμβάνω
  2. καταλαμβάνω
  3. πιάνω

Plume ombre.png Κλίση[]

Εκφράσεις[]

  1. capio hostem: συλλαμβάνω εχθρό, αιχμαλωτίζω