capitulairement

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

capitulairement (fr)

  1. (παρωχημένο) (θρησκεία) χωρισμένος σε κεφάλαια