capitularium
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]căpĭtŭlārĭum ουδέτερο
- καπιτουλάριο, συλλογή νόμων ή γραφών
- εκκλησιαστικό βιβλίο
- ύφασμα κεφαλής
- τόπος συγκέντρωσης μοναχών
- κεφαλικός φόρος
Κλίση
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- capitularium - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.