capitulation

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

capitulation < λατινική capitulare < capitulum

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΗΠΑ 

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
capitulation capitulations

capitulation (en)

  1. η συνθηκολόγηση

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]



Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

capitulation < capituler
Η λέξη άλλοτε σήμαινε διαπραγμάτευση.

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ka.pi.ty.la.sjɔ̃/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
capitulation capitulations

capitulation (fr) θηλυκό

  1. η συνθηκολόγηση
  2. στο παρελθόν, συνθήκη που καθόριζε τα δικαιώματα των χριστιανών υπηκόων μουσουλμανικών κρατών

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]