Μετάβαση στο περιεχόμενο

caprifoglio

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
caprifoglio < λατινική caprifolium

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ka.priˈfɔʎ.ʎo/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

caprifoglio (it) αρσενικό

  • (φυτό) το αγιόκλημα
    παράδειγμα I fiori del caprifoglio sono molto apprezzati dalle farfalle.
    Τα άνθη του αγιοκλήματος εκτιμώνται ιδιαίτερα από τις πεταλούδες.