capturer

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr)[επεξεργασία]

Προφορά[επεξεργασία]

 

Ρήμα[επεξεργασία]

capturer (fr)

  1. αιχμαλωτίζω
  2. (μεταφορικά) γοητεύω
    il sait trouver les mots pour capturer son auditoire
    ξέρει να βρίσκει τις λέξεις για να γοητεύει το ακροατήριό του