Μετάβαση στο περιεχόμενο

capuche

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
capuche capuches

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

capuche (fr) θηλυκό