Μετάβαση στο περιεχόμενο

carapace

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
carapace carapaces

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

carapace (fr) θηλυκό