caravane

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
caravane caravanes

caravane (fr) θηλυκό

  1. το καραβάνι
  2. (κατ’ επέκταση) (οικείο) σύνολο ανθρώπων ή αντικειμένων που μετακινούνται μαζί
  3. το τροχόσπιτο

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]