Μετάβαση στο περιεχόμενο

caravelle

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
caravelle caravelles

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

caravelle (fr) θηλυκό