Μετάβαση στο περιεχόμενο

carburante

Από Βικιλεξικό

Ιταλικά (it)

[επεξεργασία]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
carburante carburanti

carburante (it) αρσενικό