carcinoïde

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaʁ.si.nɔ.id/

Επίθετο

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
carcinoïde carcinoïdes

carcinoïde (fr) αρσενικό ή θηλυκό