Μετάβαση στο περιεχόμενο

cardialgie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cardialgie cardialgies

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

cardialgie (fr) θηλυκό