Μετάβαση στο περιεχόμενο

cardite

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /kaʁ.dit/

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
cardite cardites

cardite (fr) θηλυκό