caricatural

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

γένος ενικός πληθυντικός
αρσενικό caricatural caricaturaux
θηλυκό caricaturale caricaturales

caricatural (fr)

  1. γελοιογραφικός
  2. γραφικός (με την έννοια του γελοίου)

Ρουμανικά (ro) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

caricatural (ro)

  1. γελοιογραφικός