Μετάβαση στο περιεχόμενο

carie

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
carie caries

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

carie (fr) θηλυκό