carnassial

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αγγλικά (en) [επεξεργασία]

      ενικός         πληθυντικός  
carnassial carnassials

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

carnassial (en)

  • (απο)κοπτικοί γομφίοι και προγομφίοι σαρκοφάγων που κλείνουν σαν ψαλίδι

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • πεπλατυσμένοι γομφίοι - non carnassial molars