Μετάβαση στο περιεχόμενο

carnavalesque

Από Βικιλεξικό

Γαλλικά (fr)

[επεξεργασία]
      ενικός         πληθυντικός  
carnavalesque carnavalesques

Επίθετο

[επεξεργασία]

carnavalesque (fr) αρσενικό ή θηλυκό

  1. σχετικός με το καρναβάλι
  2. που ταιριάζει στο καρναβάλι, αλλόκοτος