carniceiro

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Lang-pt.gif Πορτογαλικά (pt) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός ενικός πληθυντικός
αρσενικό carniceiro carniceiros
θηλυκό carniceira carniceiras

carniceiro (pt)

  1. κρεοπώλης