carpentiere

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ιταλικά (it) [επεξεργασία]

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

carpentiere (it)

  1. ο ξυλουργός που φτιάχνει σκεπές
  2. ο καλουπιτζής