carrelet

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
carrelet carrelets

carrelet (fr) αρσενικό

  1. (ιχθυολογία) ο πλευρονήκτης, το πησσί

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]