carrosserie

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of France.svg Γαλλικά (fr) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ενικός πληθυντικός
carrosserie carrosseries

carrosserie (fr) θηλυκό

  1. άλλοτε, η βιομηχανία αυτοκινήτων
  2. σήμερα, η βιομηχανία και το εμπόριο των αμαξωμάτων
  3. η καροσερί ενός οχήματος, και ιδιαίτερα ενός αυτοκινήτου
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bâti, caisse
    δείτε τη λέξη: berline, break, cabriolet, coach, jeep, limousine, monospace, pick-up, quatre-quatre, roadster
  4. (κατ' επέκταση) ο σκελετός μιας μηχανής
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: bâti, caisse

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]