carus
Εμφάνιση
Λατινικά (la)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- carus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *kāro-, συγγενές με το σανσκριτικό काम (kāma=αγάπη)
Επίθετο
[επεξεργασία]carus (la)
Κλίση
[επεξεργασία]care | carius | carissime |