carve up
Εμφάνιση
Αγγλικά (en)
[επεξεργασία]| ενεστώτας | carve up |
| γ΄ ενικό ενεστώτα | carves up |
| αόριστος | carved up |
| παθητική μετοχή | carved up |
| ενεργητική μετοχή | carving up |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ρήμα
[επεξεργασία]carve up (en)
Πηγές
[επεξεργασία]- {{R:OxLD|carve-up|carve up}